meloid
me
ˈmɛ
me
loid
lɔɪd
loyd
myeloid

Ορισμός και σημασία του "meloid"στα αγγλικά

01

μελοειδές, σκαθάρι που παράγει έκκριμα που προκαλεί φουσκάλες στο δέρμα

beetle that produces a secretion that blisters the skin 
meloid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
meloids

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store