Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mellow out
01
χαλαρώνω, γίνομαι πιο ήρεμος
become more relaxed, easygoing, or genial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
mellow
ενεστώτας
mellow out
γ΄ ενικό πρόσωπο
mellows out
ενεστώτα μετοχή
mellowing out
απλός αόριστος
mellowed out
παθητική μετοχή
mellowed out



























