mellow out
me
ˈmɛ
με
llow
loʊ
λου
out
aʊt
αουτ
/mˈɛləʊ ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "mellow out"στα αγγλικά

to mellow out
01

χαλαρώνω, γίνομαι πιο ήρεμος

become more relaxed, easygoing, or genial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
mellow
ενεστώτας
mellow out
γ΄ ενικό πρόσωπο
mellows out
ενεστώτα μετοχή
mellowing out
απλός αόριστος
mellowed out
παθητική μετοχή
mellowed out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store