mellisonant
me
mɛ
με
lli
ˈlɪ
λι
so
sə
σα
nant
nənt
ναντ

Ορισμός και σημασία του "mellisonant"στα αγγλικά

mellisonant
01

μελωδικός, γλυκός στην ακοή

having a sweet or pleasing sound 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mellisonant
συγκριτικός βαθμός
more mellisonant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, perception, evaluation
Παραδείγματα
The mellisonant melody of the song enchanted everyone in the room. 

Η μελιχρή μελωδία του τραγουδιού μαγέψει όλους στο δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store