Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mellisonant
01
μελωδικός, γλυκός στην ακοή
having a sweet or pleasing sound
Παραδείγματα
The storyteller 's mellisonant voice made his tales enchanting.
Η μελωδική φωνή του αφηγητή έκανε τις ιστορίες του γοητευτικές.



























