Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to meliorate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
meliorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
meliorates
ενεστώτα μετοχή
meliorating
απλός αόριστος
meliorated
παθητική μετοχή
meliorated
Παραδείγματα
The city 's infrastructure began to meliorate after the new development projects.
Οι υποδομές της πόλης άρχισαν να βελτιώνονται μετά τα νέα έργα ανάπτυξης.
02
βελτιώνω, τελειοποιώ
to make better
Λεξικό Δέντρο
melioration
meliorative
meliorate
melior



























