to meliorate
Pronunciation
/mˈɛlɪɹˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "meliorate"στα αγγλικά

to meliorate
01

βελτιώνω, βελτιώνομαι

to become improved
Intransitive
to meliorate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
meliorate
γ΄ ενικό πρόσωπο
meliorates
ενεστώτα μετοχή
meliorating
απλός αόριστος
meliorated
παθητική μετοχή
meliorated
Παραδείγματα
The city 's infrastructure began to meliorate after the new development projects.
Οι υποδομές της πόλης άρχισαν να βελτιώνονται μετά τα νέα έργα ανάπτυξης.
02

βελτιώνω, τελειοποιώ

to make better
to meliorate definition and meaning
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store