Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to melanize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
melanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
melanizes
ενεστώτα μετοχή
melanizing
απλός αόριστος
melanized
παθητική μετοχή
melanized
Παραδείγματα
The artist decided to melanize the canvas to give it a more intense background.
Ο καλλιτέχνης αποφάσισε να μελανώσει τον καμβά για να του δώσει ένα πιο έντονο φόντο.
02
μελανώνω, μετατρέπω σε μελανίνη
convert into, or infiltrate with melanin
Παραδείγματα
The leaves began to melanize as the fall season progressed, turning deep shades of brown and black.
Τα φύλλα άρχισαν να μελανίζονται καθώς προχωρούσε η φθινοπωρινή περίοδος, παίρνοντας βαθιές αποχρώσεις καφέ και μαύρου.



























