Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to melanize
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
melanize
γ΄ ενικό πρόσωπο
melanizes
ενεστώτα μετοχή
melanizing
απλός αόριστος
melanized
παθητική μετοχή
melanized
Παραδείγματα
The process aimed to melanize the material, resulting in a uniform black color.
Η διαδικασία είχε ως στόχο να μελανώσει το υλικό, με αποτέλεσμα ένα ομοιόμορφο μαύρο χρώμα.
02
μελανώνω, μετατρέπω σε μελανίνη
convert into, or infiltrate with melanin



























