Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assuagement
01
ανακούφιση, κατευνασμός
the feeling that comes when something burdensome is removed or reduced
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
assuagement
assuage



























