Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to meet up
01
συναντώ, βλέπω
to come together with someone, usually by prior arrangement or plan in order to spend time or do something together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
meet
ενεστώτας
meet up
γ΄ ενικό πρόσωπο
meets up
ενεστώτα μετοχή
meeting up
απλός αόριστος
met up
παθητική μετοχή
met up
Παραδείγματα
We often meet up for lunch on Fridays.
Συχνά συναντιόμαστε για μεσημεριανό γεύμα τις Παρασκευές.



























