Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to meet up
[phrase form: meet]
01
συναντώ, βλέπω
to come together with someone, usually by prior arrangement or plan in order to spend time or do something together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
meet
ενεστώτας
meet up
γ΄ ενικό πρόσωπο
meets up
ενεστώτα μετοχή
meeting up
απλός αόριστος
met up
παθητική μετοχή
met up
Παραδείγματα
Last weekend, we met up at the concert and had a great time.
Το περασμένο σαββατοκύριακο, συναντηθήκαμε στο κοντσέρτο και περάσαμε υπέροχα.



























