Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Meditation
01
διαλογισμός, συλλογισμός
the act or practice of concentrating on the mind and releasing negative energy or thoughts for religious reasons or for calming one's mind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meditations
Παραδείγματα
Daily meditation has helped her maintain a calm and focused mind.
Η καθημερινή διαλογισμός τη βοήθησε να διατηρήσει ένα ήρεμο και συγκεντρωμένο μυαλό.
02
διαλογισμός, συλλογισμός
the practice of deep thought or focus on spiritual or religious matters
Παραδείγματα
She practices meditation every morning.
Εκείνη ασκείται στην διαλογισμό κάθε πρωί.
Λεξικό Δέντρο
premeditation
meditation
meditate
medit



























