Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Medicine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
After years of rigorous study, she graduated from medical school and was excited to begin her career in medicine, helping patients recover from illnesses.
Μετά από χρόνια εντατικής μελέτης, αποφοίτησε από τη σχολή ιατρικής και ήταν ενθουσιασμένη να ξεκινήσει την καριέρα της στην ιατρική, βοηθώντας τους ασθενείς να αναρρώσουν από ασθένειες.
02
φάρμακο, ιατρική
a substance that treats injuries or illnesses
Παραδείγματα
The doctor prescribed medicine for her cough.
Ο γιατρός συνέταξε φάρμακο για το βήχα της.
03
ιατρική
the learned profession that is mastered by graduate training in a medical school and that is devoted to preventing or alleviating or curing diseases and injuries
04
φάρμακο, τιμωρία
punishment for one's actions
to medicine
01
θεραπεύω με φάρμακα, κάνω φαρμακευτική αγωγή
treat medicinally, treat with medicine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
medicine
γ΄ ενικό πρόσωπο
medicines
ενεστώτα μετοχή
medicining
απλός αόριστος
medicined
παθητική μετοχή
medicined
Λεξικό Δέντρο
medicinal
medicine



























