mechanical engineering
Pronunciation
/mɪkˈænɪkəl ˌɛndʒɪnˈɪɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "mechanical engineering"στα αγγλικά

Mechanical engineering
01

μηχανολογία

a branch of engineering that involves the design, analysis, and manufacturing of mechanical systems
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The field of mechatronics, which combines mechanical engineering with electronics and computer science, is used in the design of intelligent systems and robotics.
Ο τομέας της μηχατρονικής, που συνδυάζει τη μηχανολογία με την ηλεκτρονική και την επιστήμη των υπολογιστών, χρησιμοποιείται στο σχεδιασμό έξυπνων συστημάτων και ρομποτικής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store