Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mechanical
01
μηχανικός
(of an object) powered by machinery or an engine
Παραδείγματα
The mechanical lawnmower relies on a gasoline engine to power its blades and propel itself across the lawn.
Η μηχανική χορτοκοπτική μηχανή βασίζεται σε έναν κινητήρα βενζίνης για να τροφοδοτήσει τις λεπίδες της και να προωθηθεί πάνω στο γρασίδι.
02
μηχανικός, σχετικός με μηχανές
involving or related to machines, engines, or tools
Παραδείγματα
His mechanical skills helped him fix the broken lawnmower in no time.
Οι μηχανικές του δεξιότητες τον βοήθησαν να επισκευάσει το χαλασμένο χορτοκοπτικό σε χρόνο μηδέν.
03
μηχανικός, σχετικός με μηχανές
relating to machines, their operation, or the principles of mechanics
Παραδείγματα
Understanding the mechanical properties of the building materials is crucial for structural safety.
Η κατανόηση των μηχανικών ιδιοτήτων των δομικών υλικών είναι κρίσιμη για τη δομική ασφάλεια.
04
μηχανικός, αυτόματος
(of a task or job) repetitive, routine, and not requiring much thought or creativity
Παραδείγματα
The job required mechanical actions, but no creative thinking.
Η δουλειά απαιτούσε μηχανικές ενέργειες, αλλά όχι δημιουργική σκέψη.
Λεξικό Δέντρο
mechanically
nonmechanical
unmechanical
mechanical
mechanic
mechan



























