mechanic
Pronunciation
/məˈkænɪk/, /mɪˈkænɪk/

Ορισμός και σημασία του "mechanic"στα αγγλικά

01

μηχανικός, τεχνικός

a person whose job is repairing and maintaining motor vehicles and machinery
mechanic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mechanics
Παραδείγματα
The local mechanic shop offers affordable and reliable services.
Το τοπικό μηχανικό κατάστημα προσφέρει προσιτές και αξιόπιστες υπηρεσίες.
02

μηχανικός, τεχνικός

a craftsman skilled in operating machine tools
01

μηχανικός, αυτόματος

resembling the action of a machine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mechanic
συγκριτικός βαθμός
more mechanic
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store