mechanic
me
mi
cha
ˈkæ
nic
nɪk
nik
galvanicatlanticgermanicvolcanic

Ορισμός και σημασία του "mechanic"στα αγγλικά

01

μηχανικός, τεχνικός

a person whose job is repairing and maintaining motor vehicles and machinery 
mechanic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mechanics
Παραδείγματα
She took her car to the mechanic to fix the engine problem. 

Πήρε το αυτοκίνητό της στο μηχανικό για να διορθώσει το πρόβλημα του κινητήρα.

02

μηχανικός, τεχνικός

a craftsman skilled in operating machine tools 
01

μηχανικός, αυτόματος

resembling the action of a machine 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mechanic
συγκριτικός βαθμός
more mechanic
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store