Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asshole
01
μαλάκας, αρχίδι
a thoroughly despicable, contemptible, or detestable person
Dialect
American
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The asshole cut in line and then acted like he owned the place.
Ο μαλάκας μπήκε στη σειρά και μετά συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν ο ιδιοκτήτης του τόπου.
02
κώλος, πρωκτός
vulgar slang for anus
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assholes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
asshole
ass
hole



























