asshole
ass
ɑ:s
aas
hole
həʊl
hewl
a-hole

Ορισμός και σημασία του "asshole"στα αγγλικά

01

μαλάκας, αρχίδι

a thoroughly despicable, contemptible, or detestable person 
Dialectamerican flagAmerican
asshole definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
Παραδείγματα
The asshole cut in line and then acted like he owned the place. 

Ο μαλάκας μπήκε στη σειρά και μετά συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν ο ιδιοκτήτης του τόπου.

02

κώλος, πρωκτός

vulgar slang for anus 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assholes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

asshole

ass

+

hole

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store