Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mazed
01
ζαλισμένος, μπερδεμένος
having a dazed or bewildered state, often from confusion or shock
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mazed
συγκριτικός βαθμός
more mazed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
mental_state, emotion, perception
Παραδείγματα
The mazed boy wandered through the unfamiliar streets.
Το συγχυσμένο αγόρι περιπλανήθηκε στους άγνωστους δρόμους.



























