Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to asseverate
01
βεβαιώνω, δηλώνω επίσημα
to seriously and strongly state something
Transitive: to asseverate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
asseverate
γ΄ ενικό πρόσωπο
asseverates
ενεστώτα μετοχή
asseverating
απλός αόριστος
asseverated
παθητική μετοχή
asseverated
Παραδείγματα
She asseverated her innocence in the matter, firmly declaring that she had not committed the crime.
Επιβεβαίωσε την αθωότητά της στο θέμα, δηλώνοντας σταθερά ότι δεν διέπραξε το έγκλημα.
Λεξικό Δέντρο
asseveration
asseverator
asseverate
assever



























