Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assessor
01
αξιολογητής, φοροτεχνικός εμπειρογνώμονας
an expert who calculates the value of something to impose tax on it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assessors
02
δικαστικός εμπειρογνώμονας, αξιολογητής
someone that is considered an expert and assists a judge in a court of law on matters in which knowledge on a particular subject is required
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
assessor
assess



























