matt
matt
mæt
māt
bratfratghatblat

Ορισμός και σημασία του "matt"στα αγγλικά

01

ματ, έλλειψη γυαλάδας

the property of having little or no contrast; lacking highlights or gloss 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
01

ματ, χωρίς γυαλάδα

not having shine or gloss 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
mattest
συγκριτικός βαθμός
matter
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The matt finish on the photograph made it look smooth but lusterless. 

Η ματ επεξεργασία στη φωτογραφία την έκανε να φαίνεται λεία αλλά χωρίς λάμψη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store