Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to matriculate
01
εγγράφω, εγγράφομαι
to officially enroll or register as a student at a school, college, or university
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
matriculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
matriculates
ενεστώτα μετοχή
matriculating
απλός αόριστος
matriculated
παθητική μετοχή
matriculated
Παραδείγματα
She plans to matriculate at Harvard University in the fall.
Σχεδιάζει να εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το φθινόπωρο.
Matriculate
01
εγγεγραμμένος φοιτητής, νεοσύλλεκτος
a person who has been officially enrolled as a student in a college or university
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matriculates
Παραδείγματα
The university welcomed the new matriculates during freshman orientation.
Το πανεπιστήμιο υποδέχτηκε τους νέους εγγεγραμμένους κατά τη διάρκεια του προσανατολισμού των πρωτοετών.
Λεξικό Δέντρο
matriculation
matriculate



























