Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to matriculate
01
εγγράφω, εγγράφομαι
to officially enroll or register as a student at a school, college, or university
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
matriculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
matriculates
ενεστώτα μετοχή
matriculating
απλός αόριστος
matriculated
παθητική μετοχή
matriculated
Παραδείγματα
She intends to matriculate at a medical school after completing her bachelor's degree.
Σκοπεύει να εγγραφεί σε μια ιατρική σχολή μετά την ολοκλήρωση του πτυχίου της.
Matriculate
01
εγγεγραμμένος φοιτητής, νεοσύλλεκτος
a person who has been officially enrolled as a student in a college or university
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
matriculates
Παραδείγματα
Orientation leaders led campus tours for the incoming matriculates to help them navigate the university.
Οι ηγέτες προσανατολισμού οδήγησαν περιηγήσεις στην πανεπιστημιούπολη για τους νεοεισερχόμενους φοιτητές για να τους βοηθήσουν να πλοηγηθούν στο πανεπιστήμιο.
Λεξικό Δέντρο
matriculation
matriculate



























