matricide
mat
ˈmeɪt
meit
ri
ri
cide
saɪd
said
patricide

Ορισμός και σημασία του "matricide"στα αγγλικά

01

μητροκτονία, η πράξη του να σκοτώνει κάποιος τη δική του μητέρα

the act of killing one's own mother 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Police arrested the young man on suspicion of matricide after they found evidence pointing to his involvement. 

Η αστυνομία συνέλαβε τον νεαρό άνδρα υπό την υποψία μητροκτονίας αφού βρήκε αποδεικτικά στοιχεία που κατεύθυναν στη συμμετοχή του.

02

μητροκτόνος, δολοφόνος της μητέρας του

a person who murders their mother 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store