Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mastopexy
01
μαστοπηγία, ανύψωση του στήθους
a surgical procedure that involves reshaping and repositioning the breasts to achieve a more youthful and lifted appearance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mastopexies
Παραδείγματα
Elsa found confidence and comfort after her successful mastopexy.
Η Έλσα βρήκε αυτοπεποίθηση και άνεση μετά την επιτυχημένη μαστοπεξία της.



























