mastopexy
mas
ˈmɑ:s
maas
to
pex
ˌpɛk
pek
y
si
si

Ορισμός και σημασία του "mastopexy"στα αγγλικά

01

μαστοπηγία, ανύψωση του στήθους

a surgical procedure that involves reshaping and repositioning the breasts to achieve a more youthful and lifted appearance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mastopexies
Παραδείγματα
Elsa found confidence and comfort after her successful mastopexy. 

Η Έλσα βρήκε αυτοπεποίθηση και άνεση μετά την επιτυχημένη μαστοπεξία της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store