Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to masticate
01
μασάω, αλέθω
to chew food by biting and grinding it with the teeth
Transitive: to masticate food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
masticate
γ΄ ενικό πρόσωπο
masticates
ενεστώτα μετοχή
masticating
απλός αόριστος
masticated
παθητική μετοχή
masticated
Παραδείγματα
The baby is learning to masticate solid foods with his new teeth.
Το μωρό μαθαίνει να μασάει στερεά τρόφιμα με τα νέα του δόντια.
02
μασώ, αλέθω
to crush, grind, or knead something until it becomes a soft, pulpy mass
Transitive: to masticate sth
Παραδείγματα
The blender masticated the ice and fruit, creating a refreshing smoothie.
Ο μπλέντερ μάσησε τον πάγο και τα φρούτα, δημιουργώντας ένα δροσιστικό σμούθι.
Λεξικό Δέντρο
mastication
masticate



























