Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mastery
01
κατακτηση, τεχνική
great knowledge and exceptional skill in a field
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
masteries
02
κατακτητικότητα, κυριαρχία
power to dominate or defeat
03
κατακτητικότητα, υποταγή
the act of mastering or subordinating someone
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mastery
master



























