mastery
mas
ˈmɑ:s
maas
te
ry
ri
ri
mysterymasterly

Ορισμός και σημασία του "mastery"στα αγγλικά

01

κατακτηση, τεχνική

great knowledge and exceptional skill in a field 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
masteries
02

κατακτητικότητα, κυριαρχία

power to dominate or defeat 
03

κατακτητικότητα, υποταγή

the act of mastering or subordinating someone 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store