masterly
masterly
'mɑ:stəli
maastēli
mannerlymastery

Ορισμός και σημασία του "masterly"στα αγγλικά

01

μαεστρικός, έμπειρος

having or revealing supreme mastery or skill 
masterly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most masterly
συγκριτικός βαθμός
more masterly
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store