Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
masterly
01
μαεστρικός, έμπειρος
having or revealing supreme mastery or skill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most masterly
συγκριτικός βαθμός
more masterly
διαβαθμίσιμο



























