mascarpone
mas
ˌmæs
mās
car
kɑ:
kaa
po
ˈpəʊ
pew
ne
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "mascarpone"στα αγγλικά

01

ένα μαλακό και κρεμώδες τυρί που παρασκευάζεται στην Ιταλία, μασκαρπόνε

a soft and creamy cheese that is made in Italy 
mascarpone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
I always use mascarpone cheese as a light and creamy topping. 

Χρησιμοποιώ πάντα το τυρί μασκαρπόνε ως ελαφρύ και κρεμώδες topping.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store