to marvel
mar
ˈmɑ:
maa
vel
vəl
vēl
marcel

Ορισμός και σημασία του "marvel"στα αγγλικά

to marvel
01

θαυμάζω, εκπλήσσομαι

to feel amazed or puzzled by something extraordinary or remarkable 
Transitive: to marvel at sth | to marvel that
to marvel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
marvel
γ΄ ενικό πρόσωπο
marvels
ενεστώτα μετοχή
marveling
απλός αόριστος
marveled
παθητική μετοχή
marveled
Παραδείγματα
She marvels at the beauty of the sunset, its vibrant colors painting the sky. 

Εκπλήσσεται** από την ομορφιά του ηλιοβασιλέματος, τα ζωηρά του χρώματα ζωγραφίζουν τον ουρανό.

01

θαύμα, τέρας

a person or thing that is extraordinarily impressive or admirable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marvels
Παραδείγματα
The new architectural design was a marvel, blending modern aesthetics with environmental sustainability. 

Ο νέος αρχιτεκτονικός σχεδιασμός ήταν ένα θαύμα, που συνδύαζε μοντέρνα αισθητική με περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store