Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Martyrdom
01
μαρτύριο, θυσία
the act of voluntarily suffering death as the result of maintaining religious or other ideals, usually political or religious
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
martyrdom
Παραδείγματα
Early Christians faced brutal martyrdom under Roman persecution for refusing to renounce Christ.
Οι πρώτοι Χριστιανοί αντιμετώπισαν βάναυσο μαρτύριο υπό τη ρωμαϊκή διωγμό για την άρνησή τους να απαρνηθούν τον Χριστό.
02
μαρτύριο, βασανιστήριο
any experience that causes intense suffering
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
martyrdom
martyr



























