martyrdom
Pronunciation
/ˈmɑɹtɝdəm/

Ορισμός και σημασία του "martyrdom"στα αγγλικά

01

μαρτύριο, θυσία

the act of voluntarily suffering death as the result of maintaining religious or other ideals, usually political or religious
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Journalists who face kidnapping, torture and martyrdom in exposing corruption deserve high praise for their sacrifice.
Οι δημοσιογράφοι που αντιμετωπίζουν απαγωγή, βασανιστήρια και μαρτύριο στην αποκάλυψη της διαφθοράς αξίζουν υψηλό έπαινο για τη θυσία τους.
02

μαρτύριο, βασανιστήριο

any experience that causes intense suffering

Λεξικό Δέντρο

martyrdom
martyr
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store