Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marmoset
01
μαρμοζέτα, μικρή πίθηκος
a small, tree-dwelling primate known for its diminutive size, unique appearance, and social behavior, native to South America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marmosets



























