Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marketing
01
μάρκετινγκ, ψώνια στην αγορά
shopping at a market
02
μάρκετινγκ, πωλήσεις
the act or process of selling or advertising a product or service, usually including market research
Παραδείγματα
Successful marketing requires understanding customer needs.
Η επιτυχημένη μάρκετινγκ απαιτεί την κατανόηση των αναγκών των πελατών.
03
μάρκετινγκ, εμπορευματοποίηση
the exchange of goods for an agreed sum of money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
remarketing
marketing
market



























