Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marketer
01
μάρκετερ, ειδικός μάρκετινγκ
a person or entity responsible for promoting and selling products or services
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
marketers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
marketer
market



























