Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marketable
01
εμπορεύσιμος, ζητούμενος
desirable or sought after, especially by employers or in the marketplace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most marketable
συγκριτικός βαθμός
more marketable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her extensive network and communication skills make her very marketable for sales positions.
Ο εκτενής δίκτυο και οι δεξιότητες επικοινωνίας της την κάνουν πολύ επιθυμητή για θέσεις πωλήσεων.
02
εμπορεύσιμος, πωλήσιμος
capable of being marketed
03
εμπορεύσιμος, πωλήσιμος
fit to be offered for sale
Λεξικό Δέντρο
unmarketable
marketable
market



























