Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marine
01
θαλάσσιος
related to the sea and the different life forms that exist there
Παραδείγματα
Marine biology focuses on studying the organisms and environments of the ocean.
Η θαλάσσια βιολογία επικεντρώνεται στη μελέτη των οργανισμών και των περιβαλλόντων του ωκεανού.
02
θαλάσσιος, ωκεάνιος
occurring in or characteristic of the sea
Παραδείγματα
Marine currents influence global climate.
Τα θαλάσσια ρεύματα επηρεάζουν το παγκόσμιο κλίμα.
03
πεζοναύτης, ναυτικός
relating to military personnel trained to serve on land and at sea
Παραδείγματα
Marine units are highly disciplined and versatile.
Οι ναυτικές μονάδες είναι ιδιαίτερα πειθαρχημένες και ευέλικτες.
04
ναυτικός, θαλάσσιος
relating to ships, shipping, navigation, or seamen
Παραδείγματα
He studied marine engineering at the university.
Σπούδασε ναυτική μηχανική στο πανεπιστήμιο.
05
θαλάσσιος, ναυτικός
living in or native to the sea
Παραδείγματα
Scientists monitor marine populations to assess ocean health.
Οι επιστήμονες παρακολουθούν τους θαλάσσιους πληθυσμούς για να αξιολογήσουν την υγεία του ωκεανού.
Marine
Παραδείγματα
Training to become a marine involves rigorous physical and tactical preparation.
Η εκπαίδευση για να γίνει κανείς ναυτικός πεζοναύτης περιλαμβάνει αυστηρή σωματική και τακτική προετοιμασία.
02
πεζοναύτης, ναυτικός πεζικάριος
a soldier trained to serve both on ships and on land
Παραδείγματα
The marine led his unit during the coastal exercise.
Ο πεζοναύτης ηγήθηκε της μονάδας του κατά τη διάρκεια της ακτοπλοϊκής άσκησης.
Λεξικό Δέντρο
submarine
marine



























