Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marginally
01
ελαφρώς, περιθωριακά
to a very small or barely noticeable degree
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The temperature was marginally warmer than usual.
Η θερμοκρασία ήταν ελαφρώς θερμότερη από το συνηθισμένο.
1.1
ελαφρώς, περιθωριακά
at a level that is just enough or barely satisfactory
Παραδείγματα
She is marginally qualified for the position.
Είναι οριακά καταλληλότητα για τη θέση.
02
περιθωριακά, στο περιθώριο
in the space at the edge or margin of a page
Παραδείγματα
The manuscript was marginally annotated with handwritten notes.
Το χειρόγραφο ήταν ελαφρώς σχολιασμένο με χειρόγραφες σημειώσεις.
2.1
περιθωριακά, ελαφρά
at or near the border or outer edge of something
Παραδείγματα
The markings on the butterfly's wings are marginally placed to confuse predators.
Τα σημάδια στα φτερά της πεταλούδας είναι περιθωριακά τοποθετημένα για να μπερδέψουν τα αρπακτικά.
Λεξικό Δέντρο
marginally
marginal
margin



























