marginally
mar
ˈmɑ:
maa
gi
ʤɪ
ji
na
lly
li
li

Ορισμός και σημασία του "marginally"στα αγγλικά

01

ελαφρώς, περιθωριακά

to a very small or barely noticeable degree 
marginally definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
The temperature was marginally warmer than usual. 

Η θερμοκρασία ήταν ελαφρώς θερμότερη από το συνηθισμένο.

1.1

ελαφρώς, περιθωριακά

at a level that is just enough or barely satisfactory 
Παραδείγματα
She is marginally qualified for the position. 

Είναι οριακά καταλληλότητα για τη θέση.

02

περιθωριακά, στο περιθώριο

in the space at the edge or margin of a page 
Παραδείγματα
The manuscript was marginally annotated with handwritten notes. 

Το χειρόγραφο ήταν ελαφρώς σχολιασμένο με χειρόγραφες σημειώσεις.

2.1

περιθωριακά, ελαφρά

at or near the border or outer edge of something 
Παραδείγματα
The markings on the butterfly's wings are marginally placed to confuse predators. 

Τα σημάδια στα φτερά της πεταλούδας είναι περιθωριακά τοποθετημένα για να μπερδέψουν τα αρπακτικά.

Λεξικό Δέντρο

marginally
marginal
margin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store