Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marbleized
01
μαρμαρωτός, με μαρμάρινο εφέ
having a marbled appearance or pattern, typically created by mixing colors to resemble the look of marble
Παραδείγματα
His marbleized nail art featured vibrant colors swirling together for a stunning look.
Η μαρμαρωτή τέχνη των νυχιών του περιελάμβανε ζωηρά χρώματα που στριφογυρίζουν μαζί για μια εντυπωσιακή εμφάνιση.



























