Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marathon
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marathons
Παραδείγματα
She trained for months to run her first marathon.
Εκπαιδεύτηκε για μήνες για να τρέξει τον πρώτο της μαραθώνιο.
02
μαραθώνιος, μακρά και επίπονη προσπάθεια
any long and arduous undertaking



























