marauder
ma
μα
rau
ˈrɔ:
ρο
der
ντα

Ορισμός και σημασία του "marauder"στα αγγλικά

01

λεηλάτης, ληστής

a person or an animal that wanders around in search of places to destroy, people to kill and steal from 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
marauders
Παραδείγματα
The village was raided by a group of marauders. 

Το χωριό λεηλατήθηκε από μια ομάδα λεηλατών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

marauder
maraud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store