marauder
Pronunciation
/mɝˈɔdɝ/

Ορισμός και σημασία του "marauder"στα αγγλικά

01

λεηλάτης, ληστής

a person or an animal that wanders around in search of places to destroy, people to kill and steal from
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marauders
Παραδείγματα
Pirates, known as marauders of the sea, attacked the merchant ships.
Οι πειρατές, γνωστοί ως ληστές της θάλασσας, επιτέθηκαν στα εμπορικά πλοία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store