Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marauder
01
λεηλάτης, ληστής
a person or an animal that wanders around in search of places to destroy, people to kill and steal from
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marauders
Παραδείγματα
Pirates, known as marauders of the sea, attacked the merchant ships.
Οι πειρατές, γνωστοί ως ληστές της θάλασσας, επιτέθηκαν στα εμπορικά πλοία.
Λεξικό Δέντρο
marauder
maraud



























