Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assembler
01
συναρμολογητής, μοντέρ
a worker who puts together components to form finished products
02
συναρμολογητής, πρόγραμμα συναρμολόγησης
a program to convert assembly language into machine language
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assemblers
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
assembler
assemble



























