Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manslayer
01
δολοφόνος, ανθρωποκτόνος
a criminal who commits homicide (who performs the unlawful premeditated killing of another human being)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manslayers



























