Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mannerism
01
μανιερισμός, επιτήδευση
an exaggerated gesture, speech pattern, or style intended to create an effect or impression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mannerisms
Παραδείγματα
She exaggerated the hand gestures as a mannerism for comedic effect.
Υπερέβαλε τις χειρονομίες ως μανιερισμό για κωμικό αποτέλεσμα.
02
μανιερισμός, χαρακτηριστικό
a distinctive style, behavior, or way of doing things that is characteristic of a particular individual, group, or period
Παραδείγματα
The artist's mannerism was evident in the exaggerated proportions and elongated figures present in many of his paintings.
Ο μανιερισμός του καλλιτέχνη ήταν εμφανής στις υπερβολικές αναλογίες και τα επιμήκη σχήματα που υπήρχαν σε πολλούς από τους πίνακές του.
Παραδείγματα
The painting exhibited at the museum exemplified the mannerism style, with elongated figures and exaggerated poses creating a sense of drama and tension.
Ο πίνακας που εκτέθηκε στο μουσείο ενσάρκωνε το στυλ του μανιερισμού, με επιμηκυμένες φιγούρες και υπερβολικές στάσεις που δημιουργούσαν αίσθηση δράματος και έντασης.
Λεξικό Δέντρο
mannerism
manner
man



























