Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maniacally
01
μανιακά, με μανία
in a way that shows wild, uncontrollable behavior
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He cackled maniacally as he destroyed the model village.
Γέλασε μανιακά καθώς κατέστρεφε το μοντέλο του χωριού.
Παραδείγματα
She maniacally arranged and rearranged the books until everything was perfectly symmetrical.
Έβαλε μανιωδώς και ξαναέβαλε τα βιβλία μέχρι όλα να γίνουν τέλεια συμμετρικά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
maniacally
maniacal
maniac



























