Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maniacally
01
μανιακά, με μανία
in a way that shows wild, uncontrollable behavior
Παραδείγματα
He grinned maniacally, his eyes wide and unblinking.
Χαμογέλασε μανιακά, με τα μάτια του ανοιχτά και χωρίς να ανοιγοκλείνουν.
Παραδείγματα
They maniacally collected every edition of the comic, refusing to miss a single issue.
Συλλέγαν μανιακά κάθε έκδοση του κόμικ, αρνούμενοι να χάσουν ούτε ένα τεύχος.
Λεξικό Δέντρο
maniacally
maniacal
maniac



























