Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manageress
01
διαχειρίστρια, γυναίκα μάνατζερ
a woman manager
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manageresses
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
διαχειρίστρια, γυναίκα μάνατζερ