Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Manapua
01
χαβανέζικο ατμόψητο ψωμάκι με χοιρινό, χαβανέζικο ψωμάκι με χοιρινό
(Hawaii) a steamed or baked pork bun, often filled with savory ingredients
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manapuas
Παραδείγματα
His favorite lunch is a manapua and a bubble tea.
Το αγαπημένο του γεύμα είναι ένα manapua και ένα τσάι με φυσαλίδες.



























