mammal
mammal
'mæməl
māmēl
enamelstammelcameltrammel

Ορισμός και σημασία του "mammal"στα αγγλικά

01

θηλαστικό, ζώο θηλαστικό

a class of animals to which humans, cows, lions, etc. belong, have warm blood, fur or hair and typically produce milk to feed their young 
mammal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mammals
Παραδείγματα
The bat is the only mammal capable of sustained flight. 

Η νυχτερίδα είναι το μόνο θηλαστικό ικανό για συνεχή πτήση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store