mamma
ma
ˈmæ
mma
mammeamagmamommamamba
mammae

Ορισμός και σημασία του "mamma"στα αγγλικά

01

μαμά, μητέρα

informal terms for a mother 
mamma definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mammas
02

μαστός, γαλακτογόνος αδένας

milk-secreting organ of female mammals 

Λεξικό Δέντρο

mammalogy
mamma
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store