Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Aspirate
01
δασύς, δασύ σύμφωνο
(phonetics) a consonant that is pronounced accompanying a strong expulsion of air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aspirates
to aspirate
01
εισπνέω, αναρροφώ
inhale (air, water, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aspirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aspirates
ενεστώτα μετοχή
aspirating
απλός αόριστος
aspirated
παθητική μετοχή
aspirated
02
αναρροφώ, προφέρω με ισχυρή εκπνοή
(phonetics) to pronounce a vowel or a consonant with a strongly released breath
03
απορροφώ, αποσπώ
remove by suction



























