aspirate
Pronunciation
/ˈæspɝˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "aspirate"στα αγγλικά

01

δασύς, δασύ σύμφωνο

(phonetics) a consonant that is pronounced accompanying a strong expulsion of air
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aspirates
to aspirate
01

εισπνέω, αναρροφώ

inhale (air, water, etc.)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
aspirate
γ΄ ενικό πρόσωπο
aspirates
ενεστώτα μετοχή
aspirating
απλός αόριστος
aspirated
παθητική μετοχή
aspirated
02

αναρροφώ, προφέρω με ισχυρή εκπνοή

(phonetics) to pronounce a vowel or a consonant with a strongly released breath
03

απορροφώ, αποσπώ

remove by suction
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store