Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malignant
01
κακοήθης, κακοήθης
(of a tumor or disease) uncontrollable and likely to be fatal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malignant
συγκριτικός βαθμός
more malignant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Malignant tumors have the potential to spread to other parts of the body if not treated promptly.
Οι κακοήθεις όγκοι έχουν τη δυνατότητα να εξαπλωθούν σε άλλα μέρη του σώματος εάν δεν αντιμετωπιστούν αμέσως.
02
κακοήθης, επιβλαβής
having the potential to cause serious harm
Παραδείγματα
His malignant behavior towards his coworkers led to a toxic work environment.
Η κακοήθης συμπεριφορά του απέναντι στους συναδέλφους του οδήγησε σε ένα τοξικό εργασιακό περιβάλλον.
Λεξικό Δέντρο
malignantly
malignant
malign



























