Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malfunction
01
δυσλειτουργία, βλάβη
a failure to function or work properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malfunctions
Παραδείγματα
The sudden malfunction of the elevator left everyone stranded on the top floor.
Η ξαφνική δυσλειτουργία του ανελκυστήρα άφησε όλους παγιδευμένους στον επάνω όροφο.
to malfunction
01
δυσλειτουργώ, χαλάω
to fail to operate properly or correctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malfunction
γ΄ ενικό πρόσωπο
malfunctions
ενεστώτα μετοχή
malfunctioning
απλός αόριστος
malfunctioned
παθητική μετοχή
malfunctioned
Παραδείγματα
The printer malfunctioned during the presentation.
Ο εκτυπωτής παρουσίασε δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.



























