malfunction
mal
mæl
māl
func
ˈfʌnk
fank
tion
ʃən
shēn
disjunctionmisfunctionsubjunctionexpunction

Ορισμός και σημασία του "malfunction"στα αγγλικά

01

δυσλειτουργία, βλάβη

a failure to function or work properly 
malfunction definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malfunctions
Παραδείγματα
The sudden malfunction of the elevator left everyone stranded on the top floor. 

Η ξαφνική δυσλειτουργία του ανελκυστήρα άφησε όλους παγιδευμένους στον επάνω όροφο.

to malfunction
01

δυσλειτουργώ, χαλάω

to fail to operate properly or correctly 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malfunction
γ΄ ενικό πρόσωπο
malfunctions
ενεστώτα μετοχή
malfunctioning
απλός αόριστος
malfunctioned
παθητική μετοχή
malfunctioned
Παραδείγματα
The printer malfunctioned during the presentation. 

Ο εκτυπωτής παρουσίασε δυσλειτουργία κατά τη διάρκεια της παρουσίασης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store