Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malfunction
01
δυσλειτουργία, βλάβη
a failure to function or work properly
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malfunctions
Παραδείγματα
The vending machine 's malfunction resulted in snacks getting stuck and customers being frustrated.
Η βλάβη του αυτόματου πωλητή είχε ως αποτέλεσμα να κολλήσουν τα σνακ και να απογοητευτούν οι πελάτες.
to malfunction
01
δυσλειτουργώ, χαλάω
to fail to operate properly or correctly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
malfunction
γ΄ ενικό πρόσωπο
malfunctions
ενεστώτα μετοχή
malfunctioning
απλός αόριστος
malfunctioned
παθητική μετοχή
malfunctioned
Παραδείγματα
The software malfunctioned when handling large files.
Το λογισμικό απέτυχε κατά την επεξεργασία μεγάλων αρχείων.



























